Εισαγωγη | Ποιος είναι τι | Τι είναι; | Τι θα πρέπει; | Πρωτογενης χειρουργικη | Δευτερεύουσες χειρουργικές | Φυσικοθεραπεία |Άλλες απόψεις | Κέντρα αναφοράς | Σύνδεσμοι | Λεξικο

ΛΕΞΙΚΟ

(Ευγενική χορηγία της www.ubpn.org)

ΑΚΟΥΣΙΑ ΚΙΝΗΣΗ: κίνηση που δεν προέρχεται από ενεργητική ή ηθελημένη ενέργεια.

ΑΚΤΙΝΟΣΚΟΠΗΣΗ: ακτινολογική εξέταση με την οποία διαφαίνεται η λειτουργικότητα του διαφράγματος και κατά συνέπεια η αναπνευστική ικανότητα του πνεύμονα.

ΑΜΦΟΤΕΡΟΠΛΕΥΡΟ: σε σχέση με δύο πλευρές

ΑΠΑΓΩΓΗ: κίνηση του άκρου σε ένα πλάγιο επίπεδο ή μακρά από το σώμα. Παράδειγμα: ανύψωση του άκρου προς τα έξω.

ΑΡΘΡΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ: δείχνει το εύρος κίνησης της άρθρωσης, συνήθως κάμψη και έκταση. Η ενεργής αρθρική κίνηση (στα αγγλικά AROM ) είναι η εκούσια κίνηση ενός μυός. Η ακούσια ή παθητική αρθρική κίνηση (στα αγγλικά PROM ) είναι η κίνηση που πραγματοποιείται με εξωτερική βοήθεια.

ΑΤΡΟΦΙΑ: επιδείνωση, μείωση μεγέθους ενός κυττάρου, ενός ιστού, ή τμήματος οργάνου (όταν οι μύες δεν λειτουργούν, τότε ατροφούν)

ΑΥΘΟΡΜΗΤΗ: ενέργεια που πραγματοποιείται χωρίς εξωτερική βοήθεια.

ΑΥΧΕΝΙΚΟ ΠΛΕΓΜΑ: σύστημα νευρικών ριζών που προέρχονται από τα τέσσερα ανώτερα αυχενικά τμήματα του νωτιαίου μυελού. Νευρώνει δερματικό τμήμα του αυχένα, της ωμοπλάτης και το οπίσθιο τμήμα του κεφαλιού. Επίσης περιέχει νευρικές ίνες για τους μύες της αυχενικής μοίρας τους υοειδείς μύες και το διάφραγμα..

ΑΥΧΕΝΙΚΟ: σχετικό με τον αυχένα ή με οποιοδήποτε όργανο.

ΒΡΑΧΙΟΝΙΟ ΠΛΕΓΜΑ: σύστημα που σχηματίζεται από νεύρα που προέρχονται από τις κατώτερες αυχενικές ρίζες και από τις ραχιαίες ανώτερες ρίζες και νευρώνει τον βραχίονα, το αντιβράχιο και την άκρα χείρα.

ΒΡΑΧΙΟΝΙΟ/Α: σχετικό ή του βραχίονα. Παράδειγμα βραχιόνιο οστούν ή βραχιόνιος αρτηρία.

ΓΑΣΤΡΟΚΝΗΜΙΟ: νεύρο της γαστροκνημίας. Υπάρχουν επίσης αρτηρίες και μύες με το ίδιο όνομα.

ΔΕΛΤΟΕΙΔΗΣ: απάγει τον βραχίονα, οι πρόσθιες ίνες κάμπτουν και στρίβουν τον βραχίονα προς τα έσω, ενώ οι οπίσθιες ίνες εκτείνουν και στρίβουν τον βραχίονα προς τα πλάγια.

ΔΙΑΦΡΑΓΜΑ: λεπτός και πλατύς μυς κάτω από την καρδιά και τους πνεύμονες που διαχωρίζει τον θώρακα από την κοιλιά.

ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ: μυς με δύο κεφαλές ή εκφύσεις με την ειδική λειτουργία της κάμψης του αγκώνα.

ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΕΙΔΗ ΜΥΟΣ: ανασηκώνει και απάγει τον ώμο, εκτείνει το κεφάλι στρίβοντας το προς την αντίθετη πλευρά.

ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΚΕΦΑΛΟΥ: εκτείνει και απάγει το αντιβράχιο.

ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΠΛΑΤΙΟΥ ΜΥΟΣ: έσω στροφή του βραχίονα, λαμβάνει μέρος σε κινήσεις απαγωγής, προσαγωγής, κάμψης και έκτασης.

ΔΥΣΤΟΚΙΑ: δύσκολη γέννα.

ΕΚΤΑΣΗ: είναι η κίνηση κατά την οποία δύο στοιχεία που αποτελούν μια άρθρωση απομακρύνονται εκατέρωθεν.

ΕΚΤΑΤΙΚΟΣ: Μυς με λειτουργία έκτασης ή ευθιασμού οποιουδήποτε μέρους του σώματος (ενός δακτύλου ή ενός βραχίονα). Η κίνηση της έκτασης είναι αντίθετη με αυτή της κάμψης.

ΕΚΤΟΣ ΤΡΗΜΑΤΟΣ: όταν η νευρική ρίζα αποκολλάται εκτός του νωτιαίου σωλήνα.

ΕΞΑΡΘΡΩΣΗ: ολική ανωμαλία στην δομή μιας άρθρωσης. Το υπεξάρθρημα αντίθετα δείχνει μια μερική ανωμαλία στην δομή της άρθρωσης.

ΕΞΕΛΚΥΣΜΟΣ: τέντωμα, αποκόλληση. Η νευρική ρίζα αποκολλάται από τον νωτιαίο μυελό.

ΕΣΩ: η πλευρά ή το τμήμα του σώματος που βρίσκεται κοντύτερα στη μέση γραμμή ή στο κέντρο του σώματος. Για παράδειγμα αναφέροντας το γόνατο, η έσω πλευρά του γόνατος είναι εκείνη που βρίσκεται πιο κοντά στο άλλο γόνατο.

ΗΛΕΚΤΡΟΜΥΟΓΡΑΦΙΑ (ΗΜΓ): εργαστηριακή εξέταση κατά την οποία τοποθετείται μια βελόνα στο εσωτερικό ενός μυός και μετράται η ηλεκτρική του δραστηριότητα.

ΘΩΡΑΚΙΚΟ: κάτι σε σχέση με τον θώρακα.

ΘΩΡΑΚΙΚΟΙ ΜΥΕΣ: είναι μύες που αρχίζουν από το στέρνο και καταλήγουν στα άνω άκρα. Βρίσκονται κάτω από τους μαστούς. Διακρίνονται σε μείζονα θωρακικό και ελάσσονα θωρακικό μυ.

ΙΝΩΔΗΣ ΙΣΤΟΣ: ο όρος αναφέρεται σε έναν ιστό που σταθεροποιεί άλλους, που υπάρχει σε μια πληγή και που σχηματίζει μια ουλή. Μια υπερπλασία ενός ιστού δημιουργεί ένα χηλοειδές.

ΙΣΧΙΑΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ: εξαγωγή του εμβρύου που παρουσιάζεται με τα ισχία ή τα κάτω άκρα.

ΚΑΜΠΤΗΡΑΣ: ένας μυς που λυγίζει ή κάμπτει οποιοδήποτε τμήμα του σώματος, όπως οι καμπτήρες του βραχίονα ή της άκρας χείρας. Λειτουργία αντίθετη της έκτασης.

ΚΑΜΨΗ: κίνηση μιας άρθρωσης για να πλησιάσει κάποιο μέρος του σώματος.

ΚΙΝΗΤΙΚΟ: ένας μυς, ένα νεύρο ή ένα κέντρο που παράγει κίνηση.

ΚΛΕΙΔΑ: ενώνεται από την μια πλευρά με τον ώμο και από την άλλη με το στέρνο

ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ ( MRI ): ειδική εξέταση όπου μέσω μιας ειδικής τεχνικής αναπαράγονται εικόνες του ανθρώπινου σώματος. Μία εικόνα μαγνητικής τομογραφίας έχει μεγάλη ευκρίνεια σε σχέση με την κοινή ακτινολογική εικόνα. Χρησιμοποιεί ένα μεγάλο μαγνήτη που επιδρά σε όλα τα άτομα του υδρογόνου που υπάρχουν στους ιστούς. Τα άτομα αυτά (και σε σχέση με την περιεκτικότητα σε νερό των ιστών) μαγνητίζονται και στην συνέχεια επανέρχονται με διαφορετική ταχύτητα στην αρχική τους θέση. Ένας υπολογιστής μετατρέπει σε εικόνα τα σήματα του μαγνήτη. Οι εικόνες είναι πολύ καθαρές και η MRI ενδείκνυται για την απεικόνιση μαλακών μορίων όπως ο εγκέφαλος, ο νωτιαίος μυελός, οι αρθρώσεις και η κοιλιά.

ΜΕΣΟΠΛΕΥΡΙΑ ΝΕΥΡΑ: νεύρα που βρίσκονται μεταξύ των πλευρών.

ΜΥΕΛΟΓΡΑΦΙΑ: διαγνωστική μέθοδος όπου εγχύεται κάποιο ακτινοσκιερό υγρό στο εσωτερικό του νωτιαίου μυελού. Στη συνέχεια εκτελούνται ακτινογραφίες που αναδεικνύουν την ανατομική του μυελικού σωλήνα.

ΜΥΟΔΕΡΜΑΤΙΚΟ: αναφέρεται και στον μυ και στο δέρμα. Παράδειγμα: μυοδερματικό νεύρο.

ΝΕΥΡΟΛΥΣΗ: χειρουργική εξαίρεση όλων των τμημάτων ενός νευρώματος.

ΝΕΥΡΩΜΑ: καλοήθης όγκος που αποτελείται από νευρικά κύτταρα ή ουλώδης ιστός που σχηματίζεται έπειτα από νευρική βλάβη.

ΝΕΥΡΩΣΗ: νευρική ώση ικανή να διατηρήσει στη ζωή τις λειτουργίες ενός οργάνου, συμπεριλαμβανομένων και των μυών. Παράδειγμα: αν ένας μυς συσπάται, τότε γνωρίζουμε ότι νευρώνεται.

ΟΠΙΣΘΙΟ: οτιδήποτε βρίσκεται πίσω ή σχετικό με το πίσω τμήμα του σώματος.

ΟΣΤΕΟΤΟΜΙΑ: χειρουργική τομή του οστού.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: σχέση μεταξύ του κυρίως άξονα του εμβρύου και της μητέρας. Αυτό το τμήμα του εμβρύου που ψηλαφάται πρώτα από τον εξεταστή ή κατά την διάρκεια του τοκετού.

ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΑ ΝΕΥΡΑ: είναι τα νεύρα που βρίσκονται έξω από τον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό, συμπεριλαμβανομένων και των κρανιακών και νωτιαίων νεύρων καθώς και το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Τα περιφερικά νεύρα περιλαμβάνουν και κύτταρα μη νευρικά, όπως και στηρικτικό ιστό (εκτός φυσικά των νευραξόνων). Τα στρώματα του στηρικτικού ιστού (από έξω προς τα έσω) είναι το επινεύριο, το περινεύριο και το ενδονεύριο.

ΠΛΕΓΜΑ: δίκτυο, γενικός όρος που υποδηλώνει συνοθήλευμα λεμφαγγείων, νεύρων ή αιμοφόρων αγγείων.

ΠΛΗΣΙΟΝ: κοντά σε, κοντύτερα σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς. Αντίθετο του απόμακρο.

ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ: κίνηση του άκρου προς τα έσω ή κατά μήκος της μακράς γραμμής του άκρου. Παράδειγμα: φορά του άκρου προς τον κορμό.

ΠΡΟΣΘΙΑ: προς τα εμπρός, μπροστά από.

ΡΑΧΙΑΙΟΣ: δείχνει μια θέση προς την οπίσθια επιφάνεια του σώματος σε σχέση με ένα σημείο ή όργανο αναφοράς.

ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ ΜΙΑΣ ΑΡΘΡΩΣΗΣ: μια σύνκαμψη που κρατάει το άκρο στριμμένο προς τα έσω.

ΣΠΑΣΙΜΟ: βίαιο κάταγμα ή καταστροφή ενός ιστού.

ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΣ ΠΡΗΝΙΣΤΗΣ: μυς που στρέφει πλάγια και απάγει το αντιβράχιο.

ΣΥΝΔΡΟΜΟ HORNER : παθολογική κατάσταση που συνδέεται με μια νευρική βλάβη και χαρακτηρίζεται από πτώση του βλεφάρου, σμίκρυνση της κόρης του ματιού και μείωση παραγωγής ιδρώτα από την μία πλευρά του προσώπου. Συναντάται από βλάβη νευρικού ιστού στον αυχένα.

ΣΥΝΚΑΜΨΗ: αναφέρεται σε μια κατάσταση κατά την οποία ένας μυς παρουσιάζεται σκληρός ή αντιστέκεται έντονα στην προσπάθεια επιμήκυνσης του. Αυτή η κατάσταση συνήθως είναι αποτέλεσμα ίνωσης των ιστών που συγκρατούν τον μυ ή των αρθρώσεων.

ΥΠΕΡΚΛΕΙΔΙΑ: ανατομική περιοχή πάνω από την κλείδα.

ΥΠΟΚΛΕΙΔΙΚΗ: ανατομική περιοχή κάτω από την κλείδα.

ΥΠΤΙΟΣ: υπτιασμός του μέλους

ΦΡΕΝΙΚΟ ΝΕΥΡΟ: είναι το νεύρο που νευρώνει το διάφραγμα. Οι νευρικές του ίνες αρχίζουν από την αυχενική μοίρα του νωτιαίου μυελού (κυρίως από το Α4) και κατεβαίνουν μέσω του αυχενικού πλέγματος μέχρι το διάφραγμα.

ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ: εξειδικευμένο άτομο στην φυσικοθεραπεία και αποκατάσταση. Παράγουν το maximum μιας λειτουργίας ενός μυός, οστού, νευρικού ελλείμματος κλπ.

ΧΑΛΑΡΟ: αδύναμο, μαλακό, μη λειτουργικό.

 

Torna all'inizio della pagina